ΔΕΛΤΙΟ ΤΥΠΟΥ

Η έκδοση της υπ’ αριθμ. 599/2012 απόφασης του Ειρηνοδικείου Αθηνών αναφορικά με τη συνταγματικότητα ή μη των ρυθμίσεων που επέβαλαν μείωση των αποδοχών και των επιδομάτων των εργαζομένων στο Δημόσιο τομέα αναδεικνύει, με τον πλέον περίτρανο τρόπο, τα πλεονεκτήματα της συνταγματικής κατοχύρωσης του τρόπου ελέγχου της συνταγματικότητας των νόμων ως διάχυτου(δυνάμενου δηλαδή να ασκηθεί από τα δικαστήρια κάθε βαθμίδας),παρεμπίπτοντος (εξ αφορμής της εκάστοτε υπό κρίση υπόθεσης) και συγκεκριμένου (σχετιζόμενου δηλαδή με τα υπό κρίση πραγματικά περιστατικά) έναντι ενός ελέγχου συγκεντρωτικού στα πλαίσια της λειτουργίας, για παράδειγμα, Συνταγματικού Δικαστηρίου.
Η εν λόγω απόφαση, πέρα από το γεγονός ότι τυγχάνει εξαιρετικά τεκμηριωμένη – με πλήρη παράθεση και επίκληση των σχετικών συνταγματικών και λοιπών υπερνομοθετικής ισχύος διατάξεων – κατορθώνει να πρωτοστατεί σε μια προσπάθεια αποκατάστασης της διασαλευθείσας τάξης και συνταγματικής νομιμότητας, αποτέλεσμα για το οποίο πάσχισαν από καιρό ο νομικός κόσμος της χώρας, ιδίως δε ο Δικηγορικός Σύλλογος Αθηνών, κάνοντας χρήση του παρεχόμενου νομικού οπλοστασίου ως άμυνας έναντι του «Μνημονίου» και των ρυθμίσεων που αυτό εισήγαγε. Με ιδιαίτερη τόλμη, η δικαστική εξουσία δεν διστάζει να εκφύγει από τα στεγανά μέσα στα οποία επιχείρησαν να την εγκλωβίσουν η εκτελεστική εξουσία και οι γνωστοί πλέον εξωθεσμικοί παράγοντες, αποδεικνύοντας έμπρακτα την ιδιότητά της ως εξουσίας λειτουργικά ανεξάρτητης και ακηδεμόνευτης, που δρα αποκλειστικά και μόνο προς όφελος των πολιτών και της αποκατάστασης του συναισθήματος δικαίου.
Σε κάθε περίπτωση, οι δικαστικές αποφάσεις κρίνονται από το περιεχόμενο και την πειθώ τους, ενόψει και των υπό κρίση πραγματικών περιστατικών. Ως νομικοί, δεν έχουμε παρά να ευελπιστούμε πως η δικαστική εξουσία θα συνεχίσει να στέκεται στο ύψος των περιστάσεων, αρνούμενη να υποκύψει υπό το βάρος πιέσεων, συνδράμοντας στην προστασία των πολιτών από αυθαίρετες προσβολές συνταγματικά κατοχυρωμένων δικαιωμάτων τους.