Της Κατερίνας Κατή

Άκυρες έκρινε η ελληνική Δικαιοσύνη τις απολύσεις όλων των εργαζομένων -και μάλιστα χωρίς αποζημίωση- σε φορέα του Δημοσίου, ο οποίος ανήκει σε αυτούς που καταργήθηκαν με τον Ν. 4250/2014, με τη δικαιολογία ότι η αποστολή τους ή ο ρόλος τους είτε εξέλειπε είτε μπορεί πλέον να ασκηθεί από κάποια υφιστάμενη δομή αποτελεσματικότερα.

Με απόφασή του, που στηρίζεται σε ένα σκεπτικό ευρύτερης σημασίας, το Μονομελές Πρωτοδικείο Αθήνας έκρινε παράνομες τις απολύσεις των εργαζομένων της ΕΑΧΑ Α.Ε. (Ενοποίηση Αρχαιολογικών Χώρων και Αναπλάσεις Α.Ε., μελετητική και κατασκευαστική εταιρεία του Δημοσίου) και διατάσσει να αναλάβουν αμέσως εργασία στο ΥΠΕΚΑ όπου μεταφέρθηκε αυτούσιο το έργο της εταιρείας (στη Διεύθυνση Ειδικών Εργων Αναβάθμισης Περιοχών). Σύμφωνα με την υπ’ αριθμ. 10700/2014 απόφαση του Πρωτοδικείου, οι απολύσεις των εργαζομένων της ΕΑΧΑ Α.Ε. είναι άκυρες και πρέπει να επιστρέψουν αμέσως στην εργασία τους μέχρι να εκδοθεί οριστικά απόφαση επί της κύριας αγωγής τους, γιατί -όπως προκύπτει- στην πραγματικότητα η ΕΑΧΑ Α.Ε., με τον ίδιο νόμο με τον οποίο καταργήθηκε (4250/2014), μεταβιβάστηκε ως οικονομική οντότητα στο Ελληνικό Δημόσιο, και συγκεκριμένα στο υπουργείο Περιβάλλοντος, Ενέργειας και Κλιματικής Αλλαγής (ΥΠΕΚΑ).

«Συγχρόνως το ΥΠΕΚΑ (συγκεκριμένα η Διεύθυνση Ειδικών Εργων Αναβάθμισης Περιοχών) -αναφέρεται στην απόφαση- ανέλαβε και τη συνέχιση του συνόλου της δραστηριότητας, των σκοπών και των αρμοδιοτήτων της ΕΑΧΑ Α.Ε., μεταξύ των οποίων και των έργων και των προγραμμάτων που ευρίσκοντο σε εξέλιξη κατά τον χρόνο της κατάργησής της. Μάλιστα, τα καθήκοντα Προϊσταμένης της Διεύθυνσης Ειδικών Εργων Αναβάθμισης Περιοχών του ΥΠΕΚΑ ανατέθηκαν στην ίδια την Πρόεδρο της ΕΑΧΑ Α.Ε., που αποτελούσε και τον κατ’ εξοχήν φορέα της αναγκαίας τεχνογνωσίας για τη συνέχιση της δραστηριότητας, των σκοπών και των αρμοδιοτήτων της ΕΑΧΑ Α.Ε. Με δεδομένες λοιπόν τις περιστάσεις αυτές, το ΥΠΕΚΑ, εκτός από τα παραπάνω, έπρεπε να αναλάβει και το σύνολο του προσωπικού της ΕΑΧΑ Α.Ε., του οποίου η απόλυση δεν ήταν επιτρεπτή». Οπως δε επισημαίνεται στην απόφαση, σε αντίκρουση του αντίθετου ισχυρισμού του Δημοσίου, «προκύπτει ότι οι εργασιακές συμβάσεις των αιτούντων δεν λύθηκαν προ της μεταβιβάσεως, όπως αβασίμως διατείνεται το καθ’ ου, αλλά συγχρόνως με την ανάληψη της δραστηριότητας της ΕΑΧΑ Α.Ε. από το ίδιο, δίχως να μεσολαβήσει κενό διάστημα κι ως εκ τούτου ο ισχυρισμός του ότι ελλείπει εν προκειμένω η βασική προϋπόθεση της ύπαρξης ενεργού σύμβασης εργασίας κατά τον χρόνο της μεταβίβασης ελέγχεται ως αβάσιμος. Επομένως, εφόσον πιθανολογήθηκε ότι εν προκειμένω εκχώρησε μεταβίβαση επιχείρησης, η καταγγελία των εργασιακών συμβάσεων των αιτούντων τυγχάνει αντικείμενη στη διάταξη του άρθρου 5 του Π.Δ. 178/2002, σύμφωνα με την οποία η μεταβίβαση επιχείρησης δεν συνιστά αυτή καθεαυτή λόγο απόλυσης εργαζομένων».

……………………………………………………………………..

ΤΟ ΣΚΕΠΤΙΚΟ ΤΗΣ ΑΠΟΦΑΣΗΣ

«Προέχει το δικαίωμα στην εργασία»

Το Δικαστήριο, γνωρίζοντας την απαξιωτική στάση της Πολιτείας απέναντι στις αποφάσεις ασφαλιστικών μέτρων που κερδίζουν οι εργαζόμενοι, επισημαίνει σχετικά στο σκεπτικό του: «Η υποχρέωση δε του καθ’ ου να αποδέχεται προσωρινά τις υπηρεσίες των αιτούντων δεν συνιστά ικανοποίηση του δικαιώματος, καθόσον η προσωρινή ρύθμιση της εργασιακής σχέσης σκοπεί μόνο στην αποτροπή δημιουργίας αμετάκλητων και μη αναστρέψιμων καταστάσεων σε βάρος του εργαζόμενου, στη μη αποξένωσή του από τη θέση εργασίας του και τη μη ανατροπή του ατομικού και οικογενειακού του προϋπολογισμού με όλες τις εντεύθεν δυσμενείς συνέπειες, λαμβανομένων επιπλέον υπόψη αφενός της ιδιαίτερα δυσμενούς οικονομικής συγκυρίας και αφετέρου της οικογενειακής κατάστασης απάντων των αιτούντων, καθώς και του μακρού χρόνου που θα μεσολαβήσει μέχρι την έκδοση τελεσίδικης απόφασης επί της κυρίας αγωγής τους. Αλλά ακόμα κι αν δεχόταν κανείς την ύπαρξη κινδύνου δημιουργίας αμετάκλητων καταστάσεων από την κατάφαση της αίτησης για προσωρινή επαναλειτουργία των εργασιακών σχέσεων, επιβάλλεται από τη δεσπόζουσα θέση που κατέχει στο σύστημα αξιών μιας ανθρωποκεντρικής έννομης τάξης το δικαίωμα των μισθωτών για εργασία, δικαίωμα που δεν διασφαλίζει μόνο τη βιολογική συντήρηση, αλλά συγκροτεί το πλαίσιο ανάπτυξης της προσωπικότητας του μισθωτού, της πραγμάτωσής του ως οντολογικής αυταξίας».

Υπενθυμίζεται ότι τέτοιες περιπτώσεις ρυθμίσεων των τελευταίων χρόνων με τις οποίες αγνοήθηκε το ευρωπαϊκό δίκαιο είναι, πέραν των διατάξεων του ίδιου του Ν. 4250/2014 σχετικά με την κατάργηση και διαφόρων άλλων –πλην της ΕΑΧΑ Α.Ε.– φορέων του δημόσιου τομέα και την απόλυση του προσωπικού τους, και οι διατάξεις για τη θέση σε εργασιακή εφεδρεία και την απόλυση εργαζομένων των φορέων που συγχωνεύθηκαν, καταργήθηκαν ή λύθηκαν, οι διατάξεις για την κατάργηση της ΕΡΤ Α.Ε. και την απόλυση όλου του προσωπικού της εν όψει της ίδρυσης ενός νέου δημόσιου ραδιοτηλεοπτκού φορέα, καθώς και οι διατάξεις για την κατάργηση του διττού ρόλου του ΕΟΠΥΥ και την ανάληψη των υπηρεσιών παροχής πρωτοβάθμιας υγείας από τις Διοικήσεις Υγειονομικών Περιφερειών της Χώρας, με συνέπεια την απόλυση χιλιάδων γιατρών.

Σε ό,τι αφορά δε την επίμαχη εταιρεία, αξίζει να σημειωθεί ότι είχε επιτελέσει και επιτελούσε το σπουδαίο έργο της αναμόρφωσης και της ανάδειξης των αρχαιολογικών χώρων, ιδίως στο ιστορικό κέντρο της Αθήνας (αλλά και σε όλη την Ελλάδα), έργο το οποίο έχει αναγνωριστεί τόσο στην Ελλάδα όσο και στο εξωτερικό ως πρωτοπόρο. Οι δικηγόροι που χειρίστηκαν την υπόθεση, Φωτεινή Δερμιτζάκη και Δημήτριος Βασιλείου δήλωσαν στην «Εφ.Συν.»: «Υπό κανονικές συνθήκες η απόφαση αυτή θα έπρεπε να θεωρείται απολύτως αναμενόμενη, αφού βασίζεται σε εμπεριστατωμένη ερμηνεία και εφαρμογή των κανόνων του ευρωπαϊκού δικαίου, όπως αυτοί παγίως έχουν ερμηνευθεί από το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ενωσης. Στην προκειμένη περίπτωση, μάλιστα, η Επιστημονική Υπηρεσία της Βουλής, με την έκθεσή της επί του σχετικού νομοσχεδίου, είχε εγκαίρως προειδοποιήσει ότι οι απολύσεις που προβλέπονταν σε αυτό αντίκεινται στο ευρωπαϊκό δίκαιο. Ομως και η έκθεση αυτή αγνοήθηκε, με συνέπεια, για άλλη μια φορά, την κατάφωρη παραβίαση κανόνων που δεσμεύουν τον κοινό νομοθέτη, όπως είναι και αυτοί του ευρωπαϊκού δικαίου, και την αφάνταστη ταλαιπωρία των εργαζομένων των φορέων που καταργήθηκαν». Σημειώνεται ότι το Δημόσιο απειλείται με χρηματική ποινή τριακοσίων (300) ευρώ για κάθε ημέρα παραβίασης της δικαστικής απόφασης.